Εξυψώσου από τη γέννησή μου, αδερφέ.
Δώσε μου το χέρι σου μακριά απ' τα βάθη
που απλώνεται ο πόνος σου.
Δεν θα επιστρέψει κάτω απ' τις πέτρες.
Δεν θα αναδυθεί από χρόνο υπόγειο.
Η φωνή σας δεν θα τρέμει.
Ούτε τα διάτρητα μάτια σας θα βγουν απ' τις κόγχες τους.
Κοίτα με από τα βάθη της γης,
γεωργός, υφάντρα, απόμακρος βοσκός:
θηριοδαμαστής των λάμα:
τολμηρός χτίστης στην σκαλωσιά:
υδροχόος ανδαλουσιανών δακρύων:
κοσμηματοποιός με δάχτυλα περίτεχνα:
αγρότης που σείεται μες τα σπορόφυτα:
αγγειοπλάστης χυμένος στον πηλό:
φέρει στην κούπα μιας νέας ζωής
τις αρχαίες θαμμένες λύπες σας.
Δείξτε μου το αίμα και τις φλέβες σας,
πες μου: εδώ τιμωρήθηκα,
γιατί το στολίδι δεν έλαμπε ή η γη
δεν παραδόθηκε στον ρυθμό της πέτρας ή του σιταριού:
Δείξε μου τον βράχο που σκόνταψες
ή το ξύλο που σταυρώθηκες,
φλογισέ μου τους γέρικους πυρόλιθους
τους αρχαίους λαμπτήρες, τα μαστίγια τα σφιχτοδεμένα
στο πέρασμα των αιώνων μέσα στις πληγές σας
και τα τσεκούρια που αστράφτουν απ' το αίμα σας.
Έρχομαι να μιλήσω για τα νεκρά σας στόματα.
Μέσα απ' τη γη αφήστε
τα σιωπηλά χείλη σας να ξεχυθούν
και πέρα απ' τα βάθη ας στροβιλίζεται αυτή η μεγάλη νύχτα
σαν να αγκυροβόλησα εδώ μαζί σας,
πείτε μου τα πάντα, αλυσίδα μ' αλυσίδα,
κόμπο με κόμπο, βήμα με βήμα,
ακονίστε τα μαχαίρια που φυλάτε κρυμμένα,
κάντε το κι απ' το δικό μου στήθος κι απ' το δικό μου χέρι,
σαν μια πλημμυρίδα από ηλιαχτίδες,
σαν ένας χείμαρρος από θαμμένες τίγρεις,
κι αφήστε με να κλάψω, ώρες, μέρες, χρόνια,
τυφλές δεκαετίες, αστρικούς αιώνες.
Δώσε μου τη σιωπή, το νερό, την ελπίδα.
Δώσε μου τον αγώνα, το σίδερο, τα ηφαίστεια.
Στερεώστε πάνω μου τα σώματά σας σαν μαγνήτες.
Ελάτε στις φλέβες μου και τη φωνή μου.
Μιλήστε με τα λόγια και το αίμα μου.
Sube a nacer conmigo, hermano.
Dame la mano desde la profunda
zona de tu dolor diseminado.
No volverαs del fondo de las rocas.
No volverαs del tiempo subterrαneo.
No volverα tu voz endurecida.
No volverαn tus ojos taladrados.
Mνrame desde el fondo de la tierra,
labrador, tejedor, pastor callado:
domador de guanacos tutelares:
albaρil del andamio desafiado:
aguador de las lαgrimas andinas:
joyero de los dedos machacados:
agricultor temblando en la semilla:
alfarero en tu greda derramado:
traed a la copa de esta nueva vida
vuestros viejos dolores enterrados.
Mostradme vuestra sangre y vuestro surco,
decidme: aquν fui castigado,
porque la joya no brillσ o la tierra
no entregσ a tiempo la piedra o el grano:
seρaladme la piedra en que caνsteis
y la madera en que os crucificaron,
encendedme los viejos pedernales,
las viejas lαmparas, los lαtigos pegados
A travιs de los siglos en las llagas
y las hachas de brillo ensangrentado.
Yo vengo a hablar por vuestra boca muerta.
A travιs de la tierra juntad todos
los silenciosos labios derramados
y desde el fondo habladme toda esta larga noche
como si yo estuviera con vosotros anclado,
contadme todo, cadena a cadena,
eslabσn a eslabσn, y paso a paso,
afilad los cuchillos que guardasteis,
ponedlos en mi pecho y en mi mano,
como un rνo de rayos amarillos,
como un rνo de tigres enterrados,
y dejadme llorar, horas, dνas, aρos,
edades ciegas, siglos estelares.
Dadme el silencio, el agua, la esperanza.
Dadme la lucha, el hierro, los volcanes.
Apegadme los cuerpos como imanes.
Acudid a mis venas y a mi boca.
Hablad por mis palabras y mi sangre.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου